Το έργο
To 5o Bήμα είναι το καινούργιο έργο του Βορειοιρλανδού David Ireland, ένας συγγραφέας που είναι γνωστός για τις μαύρες κωμωδίες Cyprus Avenue και Ulster American. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Εδιμβούργου το 2024, με την πρεμιέρα να λαμβάνει μέρος στο @sohoplace, τον Μάιο 2025. Με ένα έξυπνα αυτοαναφορικό σενάριο, γεμάτο με συναρπαστικούς, αστείους και ασεβείς διαλόγους, το έργο αποδεικνύεται μια δυνατή και σκοτεινά κωμική εξερεύνηση της αρρενωπότητας, του τραύματος και της ανθρώπινης υπόστασης. Στην πραγματικότητα,το επίκεντρο δεν είναι καθόλου το "πέμπτο βήμα", αλλά μια ουσιαστική και επώδυνη εμβάθυνση στην αρρενωπότητα και την ευθραυστότητα του εγώ. Πώς μερικοί άντρες, ακόμη και στις πιο σπαρακτικές καταστάσεις, όταν βρίσκονται στα όριά τους, μπορούν να δυσκολευτούν να είναι ειλικρινείς. Είναι ένα έργο έξυπνο και πνευματώδες, αλλά σκοτεινό και πολύ σοβαρό στην ουσία του.Μερικές από τις ιδέες δεν είναι ακριβώς πειστικές, αλλά το να παρακολουθείς την πάλη για την εξουσία και τον έλεγχο, ενω η δράση μετατρέπεται από μαύρη κωμωδία σε πλήρες δράμα είναι τουλάχιστον συναρπαστικό.Παρασυρόμαστε σε μια σχεδόν καθηλωτική αναπαράσταση της μεταβαλλόμενης, ύπουλης φύσης του αλκοολισμού, όπου αντιφατικές, προκλητικές και τοξικές κοινωνικές επιρροές, τροφοδοτούν μια τελικά ανίατη ασθένεια.
Η υπόθεση
Το πρόγραμμα των 12 βημάτων αποτελεί βασική αρχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Ο νεαρός εξαρτημένος Λούκα, ανήσυχος και νευρικός, βασίζεται σε έναν μεγαλύτερο άνδρα, τον Τζέιμς, πρώην αλκοολικό και νηφάλιο πλέον, για να τον καθοδηγήσει στα 12 βήματα. Καθώς ξεκινούν το ταξίδι, ο Τζέιμς είναι θερμός, ευγενικός και φιλόξενος. Σχεδόν σαν πατρική φιγούρα, που ο Λούκα χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Υπάρχει τόσο πολύ χιούμορ όταν ξεκινούν όλα αυτά, καθώς, όμως, το έργο προχωρά, ο Λούκα αρχίζει να βρίσκει δύναμη και αυτοπεποίθηση στην ανάρρωση του και τα πράγματα αρχίζουν να ανατρέπονται. Ο Τζέιμς, χάνει τον έλεγχο και γίνεται επικριτικός, και οι δύο άντρες σύντομα βρίσκονται σε διαμάχη. Και όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή, το ίδιο το Πέμπτο Βήμα. "Να μοιράζεσαι με ένα έμπιστο άτομο ,όλα όσα ντρέπεσαι. Να παραδέχεσαι όλα τα λάθη σου, έχοντας τα ομολογήσει σε μια Ανώτερη Δύναμη και σε έναν άλλο άνθρωπο.", η ένταση μεταξύ των δύο ανδρών βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της ιστορίας και όλη η δυσαρέσκεια, ο φόβος και η υποκρισία προκαλούν έκρηξη. Όλη η εμπιστοσύνη χάνεται, καθώς φαίνεται ότι δεν ήταν όλοι ειλικρινείς.
Η παράσταση
Το έργο αφορά πολύ περισσότερα από τη διαδικασία της απεξάρτησης. Εκθέτει τις αδιάκοπες κοινωνικές πιέσεις που τροφοδοτούν τις διαμορφωτικές αιτίες του αλκοολισμού, με μια διαχρονική διαγενεακή ποιότητα στη γραφή που υποδηλώνει τη διαχρονικότητα του προβλήματος. Από την τοξική αρρενωπότητα, τα κακά ανδρικά πρότυπα, την κακοποίηση από τους γονείς και την εκκλησία, μέχρι τη διαχείριση του θυμού, τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, όλα εξερευνώνται σπλαχνικά.Η γραφή του Ireland χρησιμοποιεί το χιούμορ για να ασχοληθεί με άβολα θέματα: εξερευνά την εύθραυστη αρρενωπότητα, πώς ο φόβος της συναισθηματικής οικειότητας μεταξύ ανδρών συχνά συγχέεται με τη σεξουαλικότητα και τη χειριστική δύναμη που μπορεί να έχει ένας καθοδηγητης πάνω σ'εναν καθοδηγούμενο. Τελικά αναγνωρίζει ότι ίσως δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να καταπολεμήσουμε τους δαίμονές μας, η ατομική εμπειρία απαιτεί εξατομικευμένη πίστη στους μηχανισμούς αντιμετώπισης.
Στο «5ο Βήμα», ο Ireland, δημιουργεί μια αλληγορική σχέση πατέρα-γιου. Από την γέννηση έως τον θάνατο. Μιλάει για τη καθοδήγηση, την απεξάρτηση και την νηφαλιότητα,αγγίζοντας με χιούμορ και καυστικότητα την ανάγκη των ανδρών να επιβεβαιώνουν συνεχώς την αρσενική τους ταυτότητα, τη γονεϊκή φροντίδα που συχνά μεταμορφώνεται σε θέση εξουσίας και ελέγχου καθώς και τους ρόλους που παίζουμε στη ζωή μας - του φίλου, του γιου, του πατέρα, του εξαρτημένου ή του καθοδηγητή- αντί να αντιμετωπίσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.
Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου παρακολουθεί με προσοχή και διαύγεια τις υφολογικές μεταπτώσεις του έργου και τις εντυπώνει ωραία πάνω στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Το σκηνοθετικό ενδιαφέρον-πολύ σωστά- δεν φεύγει από τις σχέσεις των ηθοποιών, αντιθέτως η σκηνή γεμίζει με την ενέργειά τους, τόσο άμεσα και αληθινά,που ανατριχιάζεις απο το συνεχόμενο μπρα ντε φερ τους.
Ο Λούκα, ένας νεαρός άνδρας που παλεύει με το παρελθόν του, είναι ταυτόχρονα ωμός, συναρπαστικός και πολύ αστείος. Δεν ξέρει πού να ακουμπήσει και ποιον να εμπιστευτεί. Αγωνίζεται συνεχώς στα αρχικά στάδια, δείχνοντας αβοήθητος και πληγωμένος. Η ερμηνεία του Θάνου Τοκάκη είναι απλά και χωρίς ίχνος υπερβολής, ενα συναρπαστικό tour de force! Η επώδυνη και δύσκολη πορεία του από τη χαμένη ψυχή και τα σκοτάδια της, προς το φως, που προσδίδει η αυτοπεποίθηση μέσα απο τη πίστη προς έναν Θεό και προς ένα άνθρωπο(τον καθοδηγητή του),αποτελεί ένα «μάθημα» ερμηνευτικού ελέγχου, διανθισμένο με μια συγκλονιστική συναισθηματική γκάμα.
Συνοδοιπόρος του ο Παντελής Δεντάκης δίνεται ολόψυχα, με παράφορο αλλά αξιοσημείωτα ελεγχόμενο πάθος, σε μια ερμηνεία βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της. Η χημεία που αναβλύζει ανάμεσά τους καθώς παίζουν πινγκ πονγκ, μέσα από το αιχμηρό σενάριο,δένει συμπληρωματικά σ’ αυτό που κοινωνείται από τη σκηνή προς την πλατεία του θεάτρου,με τον ρυθμό του λόγου τους, να παλμογραφεί τη καταιγιστική συναισθηματική διακύμανση με τα ύψη και τα βάθη της. Ρολάρουν ανάλαφρα μεταξύ δράματος, ειρωνείας και κωμικής ατάκας, χωρίς σχεδόν να προσπαθούν, με μια φυσικότητα παροιμιώδη, λες και δε βρίσκονται σε σκηνή θεάτρου.Ο καθένας τους φέρνει εξαιρετικά διαφορετικές και έντονα απτές ενέργειες που μεταμορφώνουν και προβληματίζουν.
Ωστόσο, δυσκολεύτηκα με το πραγματικό σημείο της πορείας του Τζέιμς. Καθώς το έργο προχωρά, γίνεται όλο και λιγότερο συμπαθητικός και όλο και πιο θυμωμένος. Ο χαρακτήρας είναι συγκαταβατικός και υποκριτικός, αλλά στην πραγματικότητα δεν φαίνεται τόσο κακός. Είναι αδύνατο να δεχτεί κανείς τη χαρά που νιώθει ο συγγραφέας, όταν αποκαλύπτεται ο Τζέιμς - νιώθεις σαν ο θεατρικός συγγραφέας να έχει μια προσωπική κακία εναντίον του ίδιου του χαρακτήρα που έχει δημιουργήσει, την οποία ποτέ δεν μας εξηγεί πραγματικά.
Μπορεί στο τέλος να αναρωτηθείς αν υπάρχει ένα όριο στην απαρίθμηση ιδεών και θεμάτων, που μπορεί να παραθέσει ένας συγγραφέας, αλλά η αιχμηρά έξυπνη γραφή, το εκρηκτικό, στερεό,εσωτερικά πλουσιοπάροχο και φορτισμένο παίξιμο, υποτάσσει το θεατή στη ρητορική του συναισθήματος.Σίγουρα είναι μια παράσταση, στην υποκριτική γραμμή του ψυχολογικού ρεαλισμού, που παρακολουθείται απνευστί με αμείωτο ενδιαφέρον. Και ενίοτε καθηλώνει.
Ταυτότητα παράστασης
Συγγραφέας : David Ireland
Μετάφραση: Μαριαλένα Κωτσάκη
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
Παίζουν: Παντελής Δεντάκης, Θάνος Τοκάκης
Σκηνικά: Production Design Rectifier
Μαίρη Μαρμαρινού – Ιωάννα Παπαδογιάννη
Κοστούμια : Ευαγγελία Δελένδα
Μουσική : Νίκος Γαλενιανός
Σχεδιασμός Φωτισμών :Τάσος Παλαιορούτας και Ιωάννα Αθανασίου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαργαρίτα Στραβουδάκη
Διεύθυνση Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού & Επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου
Θέατρο Μικρό Χορν, Αμερικής 10, Κολωνάκι
Τηλέφωνο: 211 1000 365
Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη : 20:00 & κάθε Κυριακή στις 20:00
To 5o Bήμα είναι το καινούργιο έργο του Βορειοιρλανδού David Ireland, ένας συγγραφέας που είναι γνωστός για τις μαύρες κωμωδίες Cyprus Avenue και Ulster American. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Εδιμβούργου το 2024, με την πρεμιέρα να λαμβάνει μέρος στο @sohoplace, τον Μάιο 2025. Με ένα έξυπνα αυτοαναφορικό σενάριο, γεμάτο με συναρπαστικούς, αστείους και ασεβείς διαλόγους, το έργο αποδεικνύεται μια δυνατή και σκοτεινά κωμική εξερεύνηση της αρρενωπότητας, του τραύματος και της ανθρώπινης υπόστασης. Στην πραγματικότητα,το επίκεντρο δεν είναι καθόλου το "πέμπτο βήμα", αλλά μια ουσιαστική και επώδυνη εμβάθυνση στην αρρενωπότητα και την ευθραυστότητα του εγώ. Πώς μερικοί άντρες, ακόμη και στις πιο σπαρακτικές καταστάσεις, όταν βρίσκονται στα όριά τους, μπορούν να δυσκολευτούν να είναι ειλικρινείς. Είναι ένα έργο έξυπνο και πνευματώδες, αλλά σκοτεινό και πολύ σοβαρό στην ουσία του.Μερικές από τις ιδέες δεν είναι ακριβώς πειστικές, αλλά το να παρακολουθείς την πάλη για την εξουσία και τον έλεγχο, ενω η δράση μετατρέπεται από μαύρη κωμωδία σε πλήρες δράμα είναι τουλάχιστον συναρπαστικό.Παρασυρόμαστε σε μια σχεδόν καθηλωτική αναπαράσταση της μεταβαλλόμενης, ύπουλης φύσης του αλκοολισμού, όπου αντιφατικές, προκλητικές και τοξικές κοινωνικές επιρροές, τροφοδοτούν μια τελικά ανίατη ασθένεια.
Η υπόθεση
Το πρόγραμμα των 12 βημάτων αποτελεί βασική αρχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Ο νεαρός εξαρτημένος Λούκα, ανήσυχος και νευρικός, βασίζεται σε έναν μεγαλύτερο άνδρα, τον Τζέιμς, πρώην αλκοολικό και νηφάλιο πλέον, για να τον καθοδηγήσει στα 12 βήματα. Καθώς ξεκινούν το ταξίδι, ο Τζέιμς είναι θερμός, ευγενικός και φιλόξενος. Σχεδόν σαν πατρική φιγούρα, που ο Λούκα χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Υπάρχει τόσο πολύ χιούμορ όταν ξεκινούν όλα αυτά, καθώς, όμως, το έργο προχωρά, ο Λούκα αρχίζει να βρίσκει δύναμη και αυτοπεποίθηση στην ανάρρωση του και τα πράγματα αρχίζουν να ανατρέπονται. Ο Τζέιμς, χάνει τον έλεγχο και γίνεται επικριτικός, και οι δύο άντρες σύντομα βρίσκονται σε διαμάχη. Και όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή, το ίδιο το Πέμπτο Βήμα. "Να μοιράζεσαι με ένα έμπιστο άτομο ,όλα όσα ντρέπεσαι. Να παραδέχεσαι όλα τα λάθη σου, έχοντας τα ομολογήσει σε μια Ανώτερη Δύναμη και σε έναν άλλο άνθρωπο.", η ένταση μεταξύ των δύο ανδρών βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της ιστορίας και όλη η δυσαρέσκεια, ο φόβος και η υποκρισία προκαλούν έκρηξη. Όλη η εμπιστοσύνη χάνεται, καθώς φαίνεται ότι δεν ήταν όλοι ειλικρινείς.
Η παράσταση
Το έργο αφορά πολύ περισσότερα από τη διαδικασία της απεξάρτησης. Εκθέτει τις αδιάκοπες κοινωνικές πιέσεις που τροφοδοτούν τις διαμορφωτικές αιτίες του αλκοολισμού, με μια διαχρονική διαγενεακή ποιότητα στη γραφή που υποδηλώνει τη διαχρονικότητα του προβλήματος. Από την τοξική αρρενωπότητα, τα κακά ανδρικά πρότυπα, την κακοποίηση από τους γονείς και την εκκλησία, μέχρι τη διαχείριση του θυμού, τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, όλα εξερευνώνται σπλαχνικά.Η γραφή του Ireland χρησιμοποιεί το χιούμορ για να ασχοληθεί με άβολα θέματα: εξερευνά την εύθραυστη αρρενωπότητα, πώς ο φόβος της συναισθηματικής οικειότητας μεταξύ ανδρών συχνά συγχέεται με τη σεξουαλικότητα και τη χειριστική δύναμη που μπορεί να έχει ένας καθοδηγητης πάνω σ'εναν καθοδηγούμενο. Τελικά αναγνωρίζει ότι ίσως δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να καταπολεμήσουμε τους δαίμονές μας, η ατομική εμπειρία απαιτεί εξατομικευμένη πίστη στους μηχανισμούς αντιμετώπισης.
Στο «5ο Βήμα», ο Ireland, δημιουργεί μια αλληγορική σχέση πατέρα-γιου. Από την γέννηση έως τον θάνατο. Μιλάει για τη καθοδήγηση, την απεξάρτηση και την νηφαλιότητα,αγγίζοντας με χιούμορ και καυστικότητα την ανάγκη των ανδρών να επιβεβαιώνουν συνεχώς την αρσενική τους ταυτότητα, τη γονεϊκή φροντίδα που συχνά μεταμορφώνεται σε θέση εξουσίας και ελέγχου καθώς και τους ρόλους που παίζουμε στη ζωή μας - του φίλου, του γιου, του πατέρα, του εξαρτημένου ή του καθοδηγητή- αντί να αντιμετωπίσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.
Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου παρακολουθεί με προσοχή και διαύγεια τις υφολογικές μεταπτώσεις του έργου και τις εντυπώνει ωραία πάνω στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Το σκηνοθετικό ενδιαφέρον-πολύ σωστά- δεν φεύγει από τις σχέσεις των ηθοποιών, αντιθέτως η σκηνή γεμίζει με την ενέργειά τους, τόσο άμεσα και αληθινά,που ανατριχιάζεις απο το συνεχόμενο μπρα ντε φερ τους.
Ο Λούκα, ένας νεαρός άνδρας που παλεύει με το παρελθόν του, είναι ταυτόχρονα ωμός, συναρπαστικός και πολύ αστείος. Δεν ξέρει πού να ακουμπήσει και ποιον να εμπιστευτεί. Αγωνίζεται συνεχώς στα αρχικά στάδια, δείχνοντας αβοήθητος και πληγωμένος. Η ερμηνεία του Θάνου Τοκάκη είναι απλά και χωρίς ίχνος υπερβολής, ενα συναρπαστικό tour de force! Η επώδυνη και δύσκολη πορεία του από τη χαμένη ψυχή και τα σκοτάδια της, προς το φως, που προσδίδει η αυτοπεποίθηση μέσα απο τη πίστη προς έναν Θεό και προς ένα άνθρωπο(τον καθοδηγητή του),αποτελεί ένα «μάθημα» ερμηνευτικού ελέγχου, διανθισμένο με μια συγκλονιστική συναισθηματική γκάμα.
Συνοδοιπόρος του ο Παντελής Δεντάκης δίνεται ολόψυχα, με παράφορο αλλά αξιοσημείωτα ελεγχόμενο πάθος, σε μια ερμηνεία βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της. Η χημεία που αναβλύζει ανάμεσά τους καθώς παίζουν πινγκ πονγκ, μέσα από το αιχμηρό σενάριο,δένει συμπληρωματικά σ’ αυτό που κοινωνείται από τη σκηνή προς την πλατεία του θεάτρου,με τον ρυθμό του λόγου τους, να παλμογραφεί τη καταιγιστική συναισθηματική διακύμανση με τα ύψη και τα βάθη της. Ρολάρουν ανάλαφρα μεταξύ δράματος, ειρωνείας και κωμικής ατάκας, χωρίς σχεδόν να προσπαθούν, με μια φυσικότητα παροιμιώδη, λες και δε βρίσκονται σε σκηνή θεάτρου.Ο καθένας τους φέρνει εξαιρετικά διαφορετικές και έντονα απτές ενέργειες που μεταμορφώνουν και προβληματίζουν.
Ωστόσο, δυσκολεύτηκα με το πραγματικό σημείο της πορείας του Τζέιμς. Καθώς το έργο προχωρά, γίνεται όλο και λιγότερο συμπαθητικός και όλο και πιο θυμωμένος. Ο χαρακτήρας είναι συγκαταβατικός και υποκριτικός, αλλά στην πραγματικότητα δεν φαίνεται τόσο κακός. Είναι αδύνατο να δεχτεί κανείς τη χαρά που νιώθει ο συγγραφέας, όταν αποκαλύπτεται ο Τζέιμς - νιώθεις σαν ο θεατρικός συγγραφέας να έχει μια προσωπική κακία εναντίον του ίδιου του χαρακτήρα που έχει δημιουργήσει, την οποία ποτέ δεν μας εξηγεί πραγματικά.
Μπορεί στο τέλος να αναρωτηθείς αν υπάρχει ένα όριο στην απαρίθμηση ιδεών και θεμάτων, που μπορεί να παραθέσει ένας συγγραφέας, αλλά η αιχμηρά έξυπνη γραφή, το εκρηκτικό, στερεό,εσωτερικά πλουσιοπάροχο και φορτισμένο παίξιμο, υποτάσσει το θεατή στη ρητορική του συναισθήματος.Σίγουρα είναι μια παράσταση, στην υποκριτική γραμμή του ψυχολογικού ρεαλισμού, που παρακολουθείται απνευστί με αμείωτο ενδιαφέρον. Και ενίοτε καθηλώνει.
Ταυτότητα παράστασης
Συγγραφέας : David Ireland
Μετάφραση: Μαριαλένα Κωτσάκη
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
Παίζουν: Παντελής Δεντάκης, Θάνος Τοκάκης
Σκηνικά: Production Design Rectifier
Μαίρη Μαρμαρινού – Ιωάννα Παπαδογιάννη
Κοστούμια : Ευαγγελία Δελένδα
Μουσική : Νίκος Γαλενιανός
Σχεδιασμός Φωτισμών :Τάσος Παλαιορούτας και Ιωάννα Αθανασίου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαργαρίτα Στραβουδάκη
Διεύθυνση Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού & Επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου
Θέατρο Μικρό Χορν, Αμερικής 10, Κολωνάκι
Τηλέφωνο: 211 1000 365
Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη : 20:00 & κάθε Κυριακή στις 20:00